Μαύρος Σεπτέμβρης

Σεπτέμβρης.
Έχω αρχίσει πια να τον φοβάμαι αυτό το μήνα.
Τα τελευταία χρόνια, όλα τα άσχημα γεγονότα της ζωής μου εκτυλίσσονται συνήθως Σεπτέμβρη μήνα.
Γιατί αυτός ο Σεπτέμβρης θα αποτελούσε εξαίρεση;
Δε πρόφτασα να πω ‘ Δόξα σοι ο Θεός’ και ξανάρχισα τα «Βόηθα Παναγιά μου».
Ξανά γιατροί, νοσοκομεία, εγχειρήσεις  για τον άντρα μου αυτή τη φορά.
.

.

Και μέσα σ΄ όλα, ένας καλός φίλος, ένας γλάρος, πέταξε για πάντα μακριά.

«Μου ‘πε κι άλλα – μου ‘πε κι άλλα
ώσπου άρχισε ψιχάλα…
έλα, μου ‘πε, πάμε τώρα
δε φοβόμαστε τη μπόρα…

Θα πετάξουμε παντού
έχω θύελλα στο νου
αστραπή μες στην καρδιά μου
ουρανό τα όνειρά μου.»


Καλό Ταξίδι, Γλάρε μου.
Καλές πτήσεις, χωρίς όρια, χωρίς περιορισμούς, χωρίς δεσμεύσεις .

.

.

.

.

.

.

 

Ώστε λοιπόν αυτός είναι ο  παράδεισος, σκέφτηκε και χαμογέλασε με τον εαυτό του.  Δεν ήταν βέβαια πολύ ευλαβικό το να μελετάς τον παράδεισο την ώρα ακριβώς, που πετάς για να τον φτάσεις.
Καθώς ερχόταν   απ΄ τη γη, πάνω από τα σύννεφα και σε στενό σχηματισμό με τούς δυο λαμπερούς γλάρους, είδε πως και το δικό του σώμα γινόταν φωτερό όπως το δικό τους. Είναι αλήθεια πως βρισκόταν εκεί ο ίδιος νέος Ιωνάθαν Γλάρος, αυτός που είχε πάντα ζήσει πίσω από τα χρυσαφένια μάτια του· η εξωτερική του όμως όψη είχε αλλάξει.
Το ένιωθε σα σώμα γλάρου, αλλά  πετούσε κιόλας πολύ καλύτερα από όσο είχε ποτέ πετάξει το παλιό του σώμα. Για φαντάσου, σκέφτηκε, με τη μισή προσπάθεια, θα πετύχω διπλάσια ταχύτητα, θα διπλασιάσω την επίδοση της καλύτερής μου μέρας στη γη.
Τα φτερά του λαμπύριζαν τώρα με μια φωτεινή λευκότητα, και οι φτερούγες του ήταν λείες και τέλειες λες κι ήταν φύλλα γυαλισμένο ασήμι. Άρχισε, όλος χαρά, να τα γνωρίζει, να βάζει δύναμη στα καινούργια του φτερά.
Πετώντας διακόσια πενήντα μίλια την ώρα ένιωσε πως πλησίαζε τη μέγιστη ταχύτητα πτήσης σε σταθερό ύψος. Στα διακόσια εβδομήντα τρία, νόμισε πως πετούσε όσο πιο γρήγορα μπορούσε κι ένιωσε μια ελαφριά απογοήτευση. Υπήρχε κάποιο όριο στο τι μπορούσε το καινούργιο σώμα, και μολονότι ήταν πολύ ανώτερο από την παλιά του επίδοση πτήσης σταθερού ύψους, ήταν και πάλι ένα όριο, που θα χρειαζόταν μεγάλη προσπάθεια για να το ξεπεράσει. Στον παράδεισο, σκέφτηκε, δεν έπρεπε να υπάρχουν όρια.
Τα σύννεφα ξάνοιξαν, οι συνοδοί του φώναξαν, «Χαρούμενες προσγειώσεις, Ιωνάθαν», και χάθηκαν στον ουρανό.
Πετούσε πάνω από μια θάλασσα, προς μια δαντελωτή ακτή. Ελάχιστοι γλάροι έκαναν ασκήσεις με τα ανοδικά ρεύματα στους απότομους βράχους. Πέρα μακριά στα βορεινά, στην άκρη του ορίζοντα, πετούσαν μερικοί ακόμα. Καινούργια θεάματα, καινούργιες σκέψεις, καινούργια ερωτήματα. Γιατί τόσοι λίγοι γλάροι; Ο παράδεισος θα έπρεπε να μυρμηγκιάζει γλάρους! Και γιατί είμαι, ξαφνικά, τόσο κουρασμένος; Υποτίθεται πως οι γλάροι στον παράδεισο δεν κουράζονται και δεν κοιμούνται ποτέ.
Πού το  άκουσε αυτό; Η ανάμνηση της ζωής του στη Γη άρχισε να σβήνει. Η Γη ήταν ένας τόπος όπου έμαθε πολλά πράγματα, είναι αλήθεια, αλλά  οι λεπτομέρειες άρχιζαν να θολώνουν— θυμόταν κάτι για τον αγώνα για το φαγητό, πως ήταν Απόκληρος.
Δώδεκα γλάροι από την ακτή ήρθαν να τον συναντήσουν, δίχως κανένας τους να αρθρώσει λέξη. Ένιωσε μόνο πως ήταν ευπρόσδεκτος και πως ήταν σαν στο σπίτι του. Ήταν μια μεγάλη μέρα της ζωής του, μια μέρα που το ξημέρωμά της δεν μπορούσε πια να το θυμηθεί.
Γύρισε για να προσγειωθεί στην παραλία, χτυπώντας τα φτερά του για να σταματήσει λίγα εκατοστά στον αέρα, και να σταθεί  ύστερα απαλά στην άμμο. Προσγειώθηκαν κι οι άλλοι γλάροι, αλλά ούτε ένας τους δεν φτερούγισε ούτε τόσο δα. Πετιόντουσαν στον άνεμο, με ορθάνοιχτες τις λαμπρές φτερούγες τους, κι ύστερα με κάποιο τρόπο άλλαζαν την κλίση των φτερών τους, ώσπου να σταματήσουν την ίδια  στιγμή που τα πόδια τους άγγιζαν τη γη. Ήταν μια κίνηση με θαυμάσιο έλεγχο, όμως ο Ιωνάθαν ήταν τώρα πολύ κουρασμένος για να τη δοκιμάσει. Όρθιος εκεί στην παραλία, πάντα δίχως να λεχθεί το παραμικρό, αποκοιμήθηκε.
Τις μέρες που ακολούθησαν, ο  Ιωνάθαν αντιλήφθηκε πως σ᾿ αὐτὸν τον τόπο μπορούσε να μάθει για το πέταγμα τόσα, όσα είχε μάθει στην περασμένη του ζωή. Αλλά με μια διαφορά. Υπήρχαν εδώ  γλάροι που σκέφτονταν όπως εκείνος. Για τον καθένα τους, το πιο σημαντικό πράγμα ήταν να προοδεύσουν και να φτάσουν την τελειότητα σε ό,τι αγάπησαν περισσότερο στη ζωή, κι αυτό ήταν το πέταγμα. Ήταν υπέροχα πουλιά όλα τους, και πραγματοποιούσαν τις ασκήσεις τους ώρες ολόκληρες καθημερινά, δοκιμάζοντας την πιο τολμηρή αεροναυτική.
Για πολύ καιρό, ο Ιωνάθαν ξέχασε τον κόσμο από όπου είχε έρθει, τον τόπο εκείνο όπου οι γλάροι στο Σμήνος ζούσαν με τα μάτια κλειστά μπροστά στη χαρά της πτήσης, χρησιμοποιώντας τα φτερά τους μόνο μέσα με σκοπό να βρίσκουν τροφή και να τσακώνονται ποιος θα την αρπάξει. Όμως που και που, για μια στιγμή μόλις, θυμόταν.
Το θυμήθηκε μια φορά που είχε βγει με τον εκπαιδευτή του, καθώς ξαπόσταιναν στην παραλία ύστερα από μια σειρά περιστροφές με διπλωμένα τα φτερά.
«Που είναι όλος ο κόσμος, Σάλλιβαν;» ρώτησε σιωπηλά, απόλυτα εξοικειωμένος τώρα με την απλή τηλεπάθεια που χρησιμοποιούσαν αυτοί οι γλάροι αντί για στριγκλιές και ρεκάσματα. «Γιατί δεν είμαστε περισσότεροι εδώ; εκεί από όπου ήρθα υπήρχαν…».
…«Χιλιάδες, πολλές χιλιάδες γλάροι. Το ξέρω». ο Σάλλιβαν κούνησε το κεφάλι του. «Η μόνη απάντηση που βρίσκω, Ιωνάθαν, είναι πως είσαι στ΄ αλήθεια από τα πουλιά που ξεχωρίζουν, ένα στο εκατομμύριο. Οι περισσότεροι ερχόμαστε εδώ πάρα πολύ αργά. Περάσαμε από έναν κόσμο σε άλλο που ήταν σχεδόν απαράλλαχτος, ξεχνώντας αμέσως από που είχαμε έρθει, δίχως να νοιαζόμαστε για που πηγαίναμε, ζώντας στιγμή τη στιγμή. Φαντάστηκες ποτέ πόσες ζωές πρέπει να περάσαμε πριν καν να διαβλέψουμε πρώτη φορά τη σκέψη πως η ζωή προσφέρει πολλά περισσότερα από το φαγητό, τους τσακωμούς, τη δύναμη στο Σμήνος; Χίλιες ζωές, Ιων, δέκα χιλιάδες ζωές! Κι ύστερα άλλες εκατό ζωές ώσπου να αρχίσουμε να μαθαίνουμε πως υπάρχει κάτι που λέγεται τελειότητα, κι άλλα εκατό χρόνια για να καταλάβουμε πως σκοπός στη ζωή μας είναι να ανακαλύψουμε αυτή την τελειότητα και να την αναδείξουμε. Ο ίδιος κανόνας ισχύει, φυσικά, και για μας τώρα: διαλέγουμε τον επόμενο μας κόσμο μέσα από τα όσα μαθαίνουμε σε τούτον. Αν δε μάθεις κάτι, τότε ο επόμενος θα είναι όμοιος με τούτον, με τους ίδιους φραγμούς και τα ιδία ασήκωτα βάρη που θα πρέπει να ξεπεράσεις».
Άπλωσε τα φτερά του και στράφηκε απέναντι στον άνεμο. «Εσύ όμως, Ίων», είπε, «έμαθες τόσα πολλά μονομιάς, ώστε δε χρειάστηκε να περάσεις χίλιες ζωές για να φτάσεις σε τούτη».

(Richard Bach – Ο Γλάρος Ιωνάθαν Λίβινγκστον)

 

Advertisements

6 Σχόλια to “Μαύρος Σεπτέμβρης”

  1. Τι να πω! Περαστικά και γρήγορα! Με το, δόξα τω Θεό, βοήθα Παναγιά!
    ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΥΠΟΜΟΝΗ!! ΚΑΛΗ ΒΔΟΜΑΔΑ!

  2. Οι Σεπτέμβρηδες δεν έχουν τίποτε, καλή μου, δεν μας φταίνε. Είναι απλά άλλη μια εποχή του χρόνου. Να δεις που όλα θα πάνε καλά. Κουράγιο και δύναμη σας εύχομαι.

  3. Εγώ Χούλκ μου φοβάμαι πάντα τον Οκτώβρη. Εύχομαι να είναι όλα περαστικά και όλα να ξαναγίνουν Αυγουστιάτικα!

  4. Κατάλαβα απ’ τη σιωπή σου πως κάτι συνέβαινε..

    Περαστικά να είναι όλα.

    ΥΓ: Πετά μαζί μας. Εγώ αυτό σκέφτομαι.. Δεν χάνεται ότι αγαπάμε. Ποτέ.

  5. Kαλή μου Χούλκ, απλά έτυχε…
    Είναι και κάτι άλλοι μήνες που τσούζουν και καίνε…
    Η αναποδιά δε λογαριάζει τόπο, χρόνο και άτομα.Να ευχόμαστε να είναι τουλάχιστον περαστικά

    Καλό του ταξίδι του γλάρου μας, πονέσαμε όλοι…

    Φιλί και Γλαρένιες αγκαλιές

  6. Κι εγω έχω αυτή την αίσθηση με τον Σεπτέμβρη εδω και χρόνια, αλλά προφανώς σε κάποια εμπειρία μας αποδίδεται, τι να πω έφτασε Νοέμβρης και ακόμα τον «Σεπτέμβρη» σκεφτόμαστε…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: