Ζεις λοιπόν ήσυχα, απλά, μικροαστικά.
Ξυπνάς, δουλεύεις, μιλάς, γελάς, κλαίς, χαίρεσαι, λυπάσαι, τρως, ψυχαναγκαζεσαι, αγαπάς, θυμώνεις, αγκαλιάζεις, κοιμάσαι, ερωτεύεσαι, φωνάζεις, νευριάζεις, πληρώνεις φόρους, κοινόχρηστα, ταξιδεύεις, διαβάζεις, ψωνίζεις, μαγειρεύεις, βρίζεις, πας σινεμά, συζητάς, σερφάρεις, κάνεις πλάκα, αγχώνεσαι …
Η καθημερινότητά σου …
Λίγο πολύ, παρόμοια με τη καθημερινότητα, εκατομμυρίων ανθρώπων του πλανήτη.
Ο χρόνος σου δισδιάστατος: παρόν και μέλλον.
Ένα παρόν, που κυλάει με μικρούς, βραχυπρόθεσμους στόχους: Ένα ταξιδάκι, ένα καινούργιο παντελόνι για το παιδί, που μεγάλωσε, μια έξοδος το Σάββατο…
Και ένα μέλλον…
Ένα μέλλον ξεχειλωμένο για να χωρέσει όλα όσα δε χωράνε στο ρουτινιασμένο σου παρόν, όλα όσα σε στοιχειώνουν σα φαντάσματα του εξοστρακισμένου παρελθόντος.
Ενός παρελθόντος, γεμάτου αμφισβητήσεις, επαναστάσεις, αλλαγές, ενός παρελθόντος γεμάτου δίψα για μάθηση και γνώση, ενός παρελθόντος γεμάτου όνειρα….
Όνειρα που καμιά φορά –σπάνια ειν΄ η αλήθεια- ξεχνιέσαι και τα αναπολείς για λίγο, για πολύ λίγο, μέχρι ο τροχός της ρουτίνας, να σε επαναφέρει στο ρυθμό σου, στη καθεστηκυία τάξη.
Και όλα, όλα αυτά, που θες να κάνεις για σένα και τώρα δε μπορείς, τα απωθείς, τα αφήνεις γι αργότερα, για τότε, που δε θα έχεις τόσες υποχρεώσεις, τότε που θα έχεις περισσότερο χρόνο, χρήμα, διάθεση, τότε που θα…
Τότε που θα …
Σίγουρη στο μικρόκοσμό σου για εκείνο το ‘τότε’ .
Κι εν τω μεταξύ η ύπαρξή σου γυρνάει ασταμάτητα γύρω από τα μικρά, τα καθημερινά…
Ο άνθρωπός σου, τα παιδιά σου, το σπίτι σου, η δουλειά σου, οι φίλοι, οι συγγενείς, οι συνάδελφοι…
Τι να φάμε αύριο;………
Τη Πέμπτη παίρνει βαθμούς….
Πήρα δυο κιλά…
Πολύ δουλειά αυτές τις μέρες…
Η διοίκηση ετοιμάζει νέους στόχους…
Το Σάββατο θα πάμε στη Μαρία…
Σκέψεις μικρές, απλές.
Και γίνεται η ζωή σου μια αλυσίδα από καθημερινές χαρές, λύπες, χαμόγελα, δάκρυα, γέλια.
Μια αλυσίδα, που τίποτε δε φαίνεται ικανό να τη σπάσει.
………………………
………………………
………………………
Μέχρι τη μέρα εκείνη, που ξαφνικά ανακαλύπτεις, αρχικά με έκπληξη, και στη συνέχεια με τρόμο ότι κάτι δε πάει καλά με εσένα, με το σώμα σου.
Τότε που ξαφνικά, από το πουθενά ανακαλύπτεις ότι κάτι σοβαρό σου συμβαίνει
Μια αρρώστεια
Η ΑΡΡΩΣΤΕΙΑ.
………………
………………
Χείμαρροι σκέψεων κατακλύζουν κάθε σκοτεινή γωνιά του μυαλού σου….
«Σε μένα; Δε μπορεί. Αυτά συμβαίνουν στις ταινίες, στους άλλους.»
«Δε μπορεί.. Είμαι πολύ νέα»
«Δε γίνεται. Είμαι πολύ γερή. Ποτέ δεν αρρωσταίνω.»
«Πώς είναι δυνατόν; Γιατί σε μένα; Τι έκανα στραβά; Δεν είναι δυνατόν.»
…………………………
Κάποια στιγμή, μετά από ωκεανούς δακρύων, μετά από ατέλειωτα ουρλιαχτά θυμού και βογγητά αυτολύπησης, μετά από εκατομμύρια σκέψεις, μετά από άπειρες ώρες σιγής το παίρνεις απόφαση.
Ναι, είναι δυνατόν.
Δε είσαι τελικά τόσο διαφορετική, τόσο μοναδική.
Δεν είσαι στο απυρόβλητο.
Ναι, συμβαίνει και σ΄ εσένα αυτό που μέχρι χθες συνέβαινε μόνο στους άλλους.
Και ξαφνικά, σα να ΄σουν τυφλός, και ανέβλεψες, όλα όσα ζούσες τόσο καιρό, παίρνουν τη σωστή τους διάσταση.
Συνειδητοποιείς ολοκάθαρα πια τη μικρότητα όσων μέχρι σήμερα σε έκαναν να γκρινιάζεις,
τη ματαιότητα όσων σε άγχωναν,
την ασημαντότητα όσων σε στενοχωρούσαν,
την αστειότητα. όσων σε πλήγωναν.
Και συνειδητοποιείς ξαφνικά την ομορφιά, το μεγαλείο που κρύβει ‘αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας,
Και συνειδητοποιείς τη σπουδαιότητα αυτής της ζωής, που σου δόθηκε και συ την κατασπαταλούσες, την εξευτέλιζες καθημερινά ‘μες τη πολλή συνάφεια του κόσμου, μες τες πολλές κινήσεις κι ομιλίες’.
Κι ανάμεσα σε χειρουργεία, χημειοθεραπείες, ακτινοβολίες, αρχίζεις τη ζητιανιά και τα παζάρια με τη Λάχεση και με την Ατροπο.
Μια παράταση. Μια ευκαιρία ακόμα.
Λίγο ακόμα. Λίγο. Λίγες μέρες, λίγους μήνες…λίγα χρόνια……. λίγο…
(πότε άρα γε το λίγο φτάνει να γίνει αρκετό;)
Να προλάβω να μιλήσω, να γελάσω, να αγαπήσω, να μάθω…να κάνω… να.. να.. .ΝΑ ΖΗΣΩ.
………………………
………………………
Και αρχίζεις να ζεις στη παράταση.
Κάτι σαν την αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτυ.
Η ζωή σου μπαίνει ξανά σε ρυθμό.
Τα μικρά, τα καθημερινά, πάντα εκεί, στη θέση τους. Αυτά δεν αλλάζουν.
Εσύ έχεις αλλάξει.
Πριν υπήρχες. Τώρα ζεις.
Οι στεναχώριες, ο θυμοί, τα νεύρα τώρα πια έρχονται και φεύγουν, περνάνε και πάνε… σβήνουν…
Και κάθε μέρα γίνεται απόλαυση.
Το γέλιο των παιδιών σου, η αγκαλιά των αγαπημένων σου, το καφεδάκι με τη κολλητή σου, η κουβεντούλα με το συνάδελφο, όλα ίδια μα και τόσο διαφορετικά.
Όλα τώρα πιο φωτεινά, πιο χαρούμενα.
………………………………………
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το φώς και η πρώτη
Χαραγμένη στη πέτρα ευχή του ανθρώπου
Η αλκή μες στο ζώο που οδηγεί τον ήλιο
Το φυτό που κελάηδησε και βγήκε η μέρα
……………………………………..
Και αποφασίζεις να κάνεις ΤΩΡΑ αυτά που πάντα ήθελες.
Να αλλάξεις δουλειά, να βγεις πιο πολύ, να το παίξεις συγγραφέας, να μιλήσεις με νέους ανθρώπους, να κάνεις καινούργιες φιλίες.
Μέχρι και μπλογκ ανοίγεις.
……………
Και αρχίζεις ούτε λίγο ούτε πολύ να θεωρείς ‘θείο δώρο’ τη περιπέτεια, που σου ‘ λαχε.
…………………
Και ο καιρός κυλάει.
Και συνηθίζεις στη παράταση, τη θεωρείς πια μόνιμη κατάσταση.
Και ηρεμείς, εφησυχάζεις και ζεις.
Και το βουνό, που σκαρφάλωσες, όλο και απομακρύνεται πίσω σου.
Και περνάνε πέντε χρόνια κοντά.
…………………………………
Και ξαφνικά ….κάποιες αόριστες ενδείξεις….
κάποιες εξετάσεις, που ίσως και να σηματοδοτούν κάτι….
Αρχίζει το ψάξιμο..
Αξονικές, υπέρηχοι, μαγνητικές, σπινθηρογραφήματα, εξετάσεις, νοσοκομεία, ιατρεία.
Ένα διάστημα αρκετών μηνών, γεμάτο άγχος, εξετάσεις, γνώμες, απόψεις.
Ένα διάστημα, που μόνο σποραδικά προλάβαινα να ασχοληθώ με το διαδίκτυο, ίσα ίσα για να να βεβαιωθώ ότι ο κόσμος συνέχιζε μια χαρά να γυρίζει και χωρίς εμένα, και ότι η ζωή, σε όλες τις εκφάνσεις της –γεννητούρια, χαρές, γενέθλια, διαζύγια, προβληματισμοί, ταξίδια, διακοπές- ήταν εκεί, ακολουθώντας αδιάφορα τη πορεία της.
Ένα διάστημα, που κατέληξε σε ένα χειρουργείο, απ΄ όπου ήρθε η αμείλικτη απάντηση στα ερωτήματα τόσων μηνών:
Η αρρώστεια επέστρεψε.
Το βουνό εμφανίστηκε ξανά μπροστά μου.
Πιο ψηλό αυτή τη φορά.
.

………………………………..
……………………………….
(Φίλοι μου, σας ευχαριστώ θερμά για τα μηνύματα, που τόσο καιρό μου αφήνατε.Συγγνώμη, που μέχρι σήμερα, δεν είχα απαντήσει. Δεν υπήρχε ο χρόνος, ούτε και η διάθεση )